ανακαλώ


ανακαλώ
-κάλεσα, -καλέστηκα, -καλεσμένος
1. καλώ κάποιον να γυρίσει: Η Γαλλία ανακάλεσε τον πρεσβευτή της.
2. αποσύρω, ακυρώνω: Η τράπεζα ανακάλεσε την απόφαση για πρόσληψη νέων υπαλλήλων.
3. φρ., «Aνακαλώ στην τάξη», κάνω παρατηρήσεις σε κάποιον που παρεκτράπηκε σε μια συνέλευση, στη Βουλή κτλ.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ανακαλώ — ανακαλώ, ανακάλεσα βλ. πίν. 76 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακαλώ — ( έω) (Α ἀνακαλῶ) Ι. ενεργ. 1. καλώ μεγαλόφωνα, προσκαλώ (στα αρχ. και το μέσ.) 2. καλώ, διατάσσω κάποιον να επιστρέψει, επαναφέρω (στα αρχ. κυρίως μέσ.) ΙΙ. μέσ. 1. επικαλούμαι (τον Θεό ή κάποιον άγιο) (στα αρχ. και ενεργ.) 2. κλαίω, θρηνώ… …   Dictionary of Greek

  • ανακαλώ — [анакало] р. отзывать, звать назад, отменять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀνακαλῶ — ἀνακαλέω call up pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνακαλέω call up pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀνακαλέω call up fut ind act 1st sg (attic epic doric) ἀνακαλέω call up pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνακαλέω call… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακάλεμα — και κάλεσμα ή κάλημα, το 1. το να καλεί κανείς κάποιον μεγαλόφωνα, φωναχτά 2. αναγγελία, διακήρυξη 3. θρήνος, οδυρμός, μοιρολόι 4. επίκληση όρκου, υποσχέσεως ή ομολογίας 5. ανάμνηση, αναπόληση. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανακάλεμα < ανακαλώ. Οι τ.… …   Dictionary of Greek

  • μνημονεύω — (ΑΜ μνημονεύω, ΜΝ και μνημονεύγω και μνημονεύκω) [μνήμων] 1. διατηρώ ή ανακαλώ στη μνήμη μου, σκέπτομαι κάποιον ή κάτι («ἦ μνημονεύεις οὖν ἅ σοι παρῄνεσα;», Σοφ.) 2. ανακαλώ στη μνήμη κάποιου, αναφέρω σε κάποιον κάτι, υπενθυμίζω («ἀληθῆ μέντοι… …   Dictionary of Greek

  • προσανανεούμαι — όομαι, Α ανακαλώ κάτι εκ νέου στη μνήμη μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνανεῶ, οῦμαι «ανακαλώ στη μνήμη μου, ξαναζωντανεύω»] …   Dictionary of Greek

  • αίρω — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Οινωπίωνα, βασιλιά της Χίου και πρώτου οικιστή του νησιού, σύζυγος του Ωρίωνα και μητέρα του Χίου, που έδωσε το όνομά του στο νησί Οφιούσα. * * * (Α αἴρω και ποιητ. ἀείρω) 1. σηκώνω, υψώνω 2. σηκώνω κάτι και τό κρατώ… …   Dictionary of Greek

  • ακυρώνω — (Α ἀκυρῶ, όω) κάνω κάτι άκυρο, καταργώ, ανακαλώ αρχ. 1. θέτω κάτι σε αχρηστία, αθετώ 2. κάνω κάτι ανίσχυρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < άκυρος. ΠΑΡ. αρχ. ἀκύρωσις, νεοελλ. ακυρώσιμος, ακυρωτικός] …   Dictionary of Greek

  • αλλάζω — (Α ἀλλάσσω, αττ. ἀλλάττω και διαλεκτικά ἀλλάζω) Ι. (μτβ.) 1. κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν μέχρι τώρα, μεταβάλλω, αλλοιώνω, διαφοροποιώ 2. (αρχ. και μεσ.) δίνω ή παίρνω κάτι με αντάλλαγμα, ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή 3. αντικαθιστώ,… …   Dictionary of Greek